ἠύς

ἐύς
good
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ηΰς — ἠΰς, ύ (Α) (επικ. τ. αντί ἐύς) ωραίος, γενναίος, αγαθός («ἠύς τε μέγας τε» ωραίος και μεγάλος στο ανάστημα, Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

  • ἤυσ' — ἤῡσα , αὔω 2 cry out aor ind act 1st sg (attic epic ionic) ἤῡσε , αὔω 2 cry out aor ind act 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • NYCTELIUS — vocatus fuit Bacchus, quod sacra eius noctu fiebant, ῃὺς enim nox est, et τελέω perficio, et sacra peragere etiam significat, unde τελεταὶ pro mysteriis, Anthol. l. 3. Νυκτέλιον, Νόμιον, Νεβρώδεα, Νεβριδόπεπλον. Hinc latex Nyctelius, pro vino,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εΰς — ἐΰς και ἠΰς, ὁ (ουδ. ἠΰ, τό) (Α) 1. γενναίος, ευγενής (α. «ἐὺς παῑς Ἀγχίσαο» β. «υἱov ἐὺν Πριάμοιο») 2. (γεν. πληθ. ουδ.) ἐάων και ἑάων τών αγαθών, τών δώρων («θεοὶ σωτῆρες ἑάων»). [ΕΤΥΜΟΛ. Επικ. τ., ο οποίος συνδέεται πιθ. με τα χεττ. aššuš… …   Dictionary of Greek

  • esu-s (: su-) —     esu s (: su )     English meaning: good, *noble, master, owner, lord     Deutsche Übersetzung: “gut, tũchtig”     Material: Gk. ἐύς, ἠύς “proficient, good”, Adverb εὖ (acc. n.), belongs to prefix εὐ Hitt. a aš šu uš (assus) “good”; to a s.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.